|
Οι μοιραίοι
Μες στην υπόγεια την ταβέρνα, μες σε καπνούς και σε βρισιές, (απάνου εστρίγγλιζε η λατέρνα) όλη η παραία πίναμε εψές, εψές, σαν όλα τα βραδάκια, να πάνε κάτου τα φαρμάκια.
Σφιγγόταν ο ένας πλάι στον άλλο και κάπου εφτυούσε καταγής, ω! πόσο βάσανο μεγάλο το βάσανο είναι της ζωής! Οσο κι ο νους αν τυραννιέται άσπρην ημέρα δε θυμιέται!
(Ηλιε και θάλασσα γαλάζα και βάθος του άσωτου ουρανού, ω! της αυγής κροκάτη γάζα γαρούφαλλα του δειλινού, λάμπετε-σβήνετε μακριά μας, χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!)
Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα παράλυτος - ίδιο στοιχιό του άλλου κοντόμερη η γυναίκα στο σπίτι λιώνει από χτικιό, στο Παλαμίδι ο γυιός του Μάζη κ' η κόρη του γιαβή στο Γκάζι.
-Φταίει το ζαβό το ριζικό μας! -Φταίει ο θεός που μας μισεί! -Φταίει το κεφάλι το κακό μας! -Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί! "ποιος φταίει; Ποιος φταίει;... κανένα στόμα δεν τόβρε και δεν τόπε ακόμα.
Ετσι, στην σκοτεινή ταβέρνα πίνουμε πάντα μας σκυφτοί, σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα όπου μας εύρει, μας πατεί: δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα! προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
|